Πέτρος Σπανός: «Ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο θέαμα· είναι η αναπνοή της μνήμης που μετατρέπει τη σιωπή των τόπων σε κραυγή ζωής».
Συνέντευξη στον Νίκο Κωνσταντινίδη
Σε μια εποχή που η λήθη συχνά απειλεί να καλύψει τις ρίζες και την ουσία των πραγμάτων, ο πολιτισμός παραμένει το ύστατο καταφύγιο της ανθρώπινης ευαισθησίας.
Με αφορμή την κορυφαία εκδήλωση που ρίχνει την αυλαία του 10ου Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας Ροδίων στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, στις 20:00, στον κινηματογράφο «ΡΟΔΟΝ», ο Νίκος Κωνσταντινίδης συνομιλεί με τον Πέτρο Σπανό, εκ μέρους του «Ομίλου CINE-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ».
Η φετινή αυλαία δεν κλείνει απλώς έναν κύκλο εορτασμού μιας ολόκληρης δεκαετίας καλλιτεχνικής προσφοράς, αλλά φωτίζει τα αθέατα μονοπάτια της τοπικής δημιουργίας.
Μέσα από την έβδομη τέχνη, οι νέοι δημιουργοί του νησιού και οι ιστορικές μνήμες του εμβληματικού Πάρκου του Ροδινιού επιχειρούν έναν ζωντανό διάλογο.
Η συνέντευξη αυτή αναδεικνύει την ανάγκη να μεταβούμε από την περιστασιακή προβολή στη συστηματική καλλιέργεια μιας βαθιάς παιδείας, υπενθυμίζοντάς μας πως η τέχνη γεννιέται εκεί όπου η ψυχική ανάγκη συναντά την αλήθεια του κόσμου μας.
Αγαπητέ Πέτρο, ο «Όμιλος CINE-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ» δίνει σταθερά το «παρών» για 6η χρονιά στο Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας Ροδίων. Ποια είναι τα συναισθήματα και το στίγμα αυτής της μακροχρόνιας σύμπραξης που ρίχνει την αυλαία του φετινού θεσμού στις 30 Σεπτεμβρίου στο «ΡΟΔΟΝ»;
Η έκτη συνεχόμενη παρουσία του «CINE-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ» στο Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας μας δημιουργεί αισθήματα ικανοποίησης. Δεν πρόκειται απλώς για μια συμμετοχή σε έναν πολιτιστικό θεσμό. Είναι μια σχέση που, χρόνο με τον χρόνο, εξελίσσεται σε μια ουσιαστική σύμπραξη ανθρώπων που πιστεύουν στην αξία της τέχνης, της εκπαίδευσης και της δημιουργικής έκφρασης.
Για εμάς, ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο θέαμα. Αποτελεί γλώσσα επικοινωνίας, εργαλείο εκπαίδευσης, τρόπο να γνωρίζουμε τον τόπο μας και τους ανθρώπους του, αλλά και ένα μέσο έκφρασης της νεότερης γενιάς.
Αυτήν ακριβώς την φιλοσοφία προσπαθούμε να υπηρετούμε μέσα από τις δράσεις του Ομίλου. Η διαδρομή μας ξεκίνησε ως μια συλλογικότητα εκπαιδευτικών και σήμερα αποτελεί έναν οργανωμένο πολιτιστικό φορέα με σταθερό προσανατολισμό στον οπτικοακουστικό εγγραμματισμό και την κινηματογραφική παιδεία.
Η φετινή μας παρουσία στις 30 Σεπτεμβρίου στο «ΡΟΔΟΝ» κλείνει τον κύκλο του φεστιβάλ με την παρουσίαση και προβολή καλλιτεχνικού έργου Ροδίων δημιουργών στον χώρο της οπτικοακουστικής και κινηματογραφικής δημιουργίας.
Ευχαριστούμε τους ανθρώπους που όλα αυτά τα χρόνια στηρίζουν το Φεστιβάλ, τους δημιουργούς για τη δουλειά τους, τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές που συνεχίζουν να δημιουργούν και, φυσικά, το κοινό που επιμένει να συναντά την τέχνη.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό στίγμα αυτής της μακρόχρονης σύμπραξης: να επιμένουμε στη δημιουργία, στη συνεργασία και στον πολιτισμό ως ζωντανές ανάγκες της κοινωνίας και όχι ως περιστασιακά γεγονότα.
Το φετινό Φεστιβάλ είναι αφιερωμένο στον σπουδαίο συγγραφέα Χριστόδουλο Παπαχριστοδούλου και θέτει στο επίκεντρο το ιστορικό Πάρκο του Ροδινιού. Πώς μπορεί η έβδομη τέχνη, και ειδικότερα ο κινηματογράφος, να γίνει το ισχυρότερο εργαλείο αφύπνισης για την προστασία και την ανάδειξη ενός τόσο εμβληματικού χώρου που παραμένει στην εγκατάλειψη;
Η αφιέρωση του Φεστιβάλ στον Χριστόδουλο Παπαχριστοδούλου είναι μια εκδήλωση τιμής και ευγνωμοσύνης στην σπουδαία και πολυετή προσφορά του στα γράμματα, την ιστορία, τον πολιτισμό. Η γραφή του διέσωσε μνήμες, ανθρώπους και πτυχές της ροδίτικης ιστορίας.
Ο κινηματογράφος έχει μια μοναδική δύναμη: μπορεί να κάνει ορατό αυτό που κινδυνεύει να περάσει στη λησμονιά. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη συμβολή του στην υπόθεση του Ροδινιού.
Δεν προστατεύουν έναν ιστορικό τόπο μόνον οι αποφάσεις, οι μελέτες και τα τεχνικά έργα. Προστασία σημαίνει να αποτελεί μέρος της συλλογικής συνείδησης. Όταν οι άνθρωποι τον γνωρίζουν, τον αγαπούν και νιώθουν ότι τους ανήκει ως πολιτιστική κληρονομιά.
Ο κινηματογράφος μπορεί να λειτουργήσει ακριβώς σε αυτό το επίπεδο. Μπορεί να πεί την ιστορία του Ροδινιού, να αναδείξει τις μνήμες του, να καταγράψει τις μαρτυρίες ανθρώπων που το έζησαν και, κυρίως, να αντιπαραθέσει αυτό που ήταν με αυτό που είναι σήμερα.
Η εικόνα της εγκατάλειψης, σε συνδυασμό με την ιστορία και τη μνήμη ενός τόπου, δεν είναι απλώς μια εικόνα, αλλά ερώτημα προς την κοινωνία. Και εδώ βρίσκεται η δύναμη της έβδομης τέχνης.
Το πρώτο μέρος της βραδιάς είναι αφιερωμένο σε νέους δημιουργούς με καταγωγή από τη Ρόδο. Πώς κρίνετε το επίπεδο και την ωριμότητα των νέων κινηματογραφικών παραγωγών στο νησί μας ή από Ρόδιους καλλιτέχνες που δρουν εντός και εκτός συνόρων;
Υπάρχει αισιοδοξία διαπιστώνοντας το επίπεδο των νέων δημιουργών της Ρόδου. Και το λέω όχι από διάθεση να τους κολακέψουμε, αλλά επειδή μέσα από τη διαρκή επαφή μας με την κινηματογραφική δημιουργία των νέων βλέπουμε ότι υπάρχει ταλέντο, ευαισθησία και, κυρίως, μια αξιοσημείωτη διάθεση μέσα από τον πειραματισμό να αναζητήσουν τη δική τους κινηματογραφική φωνή.
Σε ό,τι αφορά την ωριμότητα, θα έλεγα ότι αυτή δεν έχει να κάνει μόνο με την τεχνική αρτιότητα. Μια ταινία μπορεί να έχει περιορισμένα μέσα και παρ’ όλα αυτά να διαθέτει ισχυρή αφήγηση, αυθεντικότητα και προσωπικό βλέμμα. Και αυτά είναι στοιχεία που συναντούμε όλο και συχνότερα στις δουλειές των νέων Ροδίων δημιουργών.
Η νεανική δημιουργία, όμως, χρειάζεται ενθάρρυνση και έχει και απαιτήσεις, όπως κινηματογραφική παιδεία, εργαστήρια, συνεργασίες, πρόσβαση σε ανθρώπους της τέχνης και ευκαιρίες να παρουσιάζει τη δουλειά της. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους ύπαρξης του CINE-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: να δημιουργήσει γέφυρες ανάμεσα στην εκπαίδευση, την κινηματογραφική τέχνη και τους νέους ανθρώπους.
Και ίσως το πιο όμορφο στοιχείο είναι ότι οι νέοι δημιουργοί δεν κοιτούν τη Ρόδο μόνο ως τόπο καταγωγής, αλλά και ως πηγή έμπνευσης. Η ιστορία, το τοπίο, οι άνθρωποι, οι αντιθέσεις, η τουριστική πραγματικότητα, αλλά και οι σύγχρονες κοινωνικές προκλήσεις του νησιού μπορούν να γίνουν εξαιρετικό κινηματογραφικό υλικό.
Γι’ αυτό και η εκδήλωση της Τετάρτης 30 Σεπτέμβρη έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν θέλουμε απλώς να χειροκροτήσουμε τους νέους δημιουργούς. Θέλουμε να τους δώσουμε χώρο να ακουστούν. Γιατί όταν ένας τόπος δίνει χώρο στους νέους καλλιτέχνες του, ουσιαστικά επενδύει στο δικό του πολιτιστικό μέλλον.
Το κοινό θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει εξαιρετικές δουλειές, όπως το «Άλκης» της Βερονίκης Γιαλαντσίδου με τη διεύθυνση φωτογραφίας της Ειρήνης Τσαμπίκας Αδαμάκη, τη «Resídua» της Νάσιας Στουραΐτη και τα «Σολουντράνια» του Άκη Σταυρόπουλου, μια ταινία που απέσπασε ήδη το Βραβείο Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Δράμας. Πώς σχολιάζετε την ευρεία θεματολογία και την καλλιτεχνική τόλμη αυτών των νέων δημιουργών;
Νομίζω ότι αυτό είναι ίσως το πιο ενθαρρυντικό στοιχείο της νέας κινηματογραφικής δημιουργίας: η θεματολογική πολυφωνία και η διάθεση των νέων δημιουργών να ρισκάρουν καλλιτεχνικά. Οι ταινίες που θα δούμε στη συγκεκριμένη βραδιά δεν έχουν όλες την ίδια αισθητική ή αφηγηματική φόρμα. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Ο νέος δημιουργός δεν προσπαθεί απλώς να μιμηθεί όσα έχει ήδη δει. Αναζητά τη δική του γλώσσα, τη δική του οπτική και τον δικό του τρόπο να μιλήσει για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Στον «Άλκη», στη «Resídua» και στα «Σολουντράνια» συναντούμε διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές ευαισθησίες και διαφορετικούς τρόπους κινηματογραφικής έκφρασης.
Αυτό ακριβώς θέλουμε να ενθαρρύνουμε: έναν κινηματογράφο που αντέχει τον πειραματισμό, όπως και το να αγγίξει δύσκολα ή προσωπικά θέματα και να αφήσει χώρο στον θεατή να ερμηνεύσει.
Για τον κινηματογραφικό μας Όμιλο, αυτή η βραδιά έχει ακριβώς αυτή τη σημασία. Να υπάρξει ένας χώρος όπου οι νέοι κινηματογραφιστές μπορούν να παρουσιάσουν τη δουλειά τους, να συναντηθούν με το κοινό και να συνομιλήσουν με άλλους δημιουργούς.
Στο δεύτερο μέρος, η εστίαση μεταφέρεται αποκλειστικά στο Πάρκο του Ροδινιού, μέσα από τα ντοκιμαντέρ των Γιώργου Τζεδάκη, Νίκου Τζεδάκη, Άννας Καζακίδου και Βούλας Γιορδαμνή, καθώς και τις δύο ταινίες «Rodini Nature of the art» της Ολυμπίας Γκογκέ, οι οποίες ανασυνθέτουν μια σπουδαία εικαστική δράση του παρελθόντος. Τι ακριβώς επιχειρούν να πούν αυτές οι εικόνες στο σημερινό θεατή;
Θα έλεγα ότι αυτές οι δημιουργίες επιχειρούν πρώτα απ’ όλα να ξαναδώσουν φωνή σε έναν τόπο που έχει σιωπήσει. Το Ροδίνι δεν είναι απλώς ένας όμορφος φυσικός χώρος. Είναι ένας τόπος με βαθιά ιστορική, πολιτιστική και περιβαλλοντική αξία, ένας χώρος διαχρονικά συνδεδεμένος με την ζωή και την μνήμη της Ρόδου. Ακόμη και σήμερα, παραμένει ένας κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος ιδιαίτερης σημασίας.
Τα ντοκιμαντέρ των δημιουργών δεν επιχειρούν, κατά τη γνώμη μου, να μας πουν απλώς «κοιτάξτε τι ήταν κάποτε το Ροδίνι». Επιχειρούν να μας κάνουν να αναρωτηθούμε τι απέγινε αυτός ο τόπος και τι θέλουμε να γίνει από εδώ και πέρα. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Η κινηματογραφική εικόνα έχει τη δυνατότητα να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν και το παρόν με το μέλλον. Να διασώσει πρόσωπα, μνήμες, τοπία και δράσεις που κινδυνεύουν, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργήσει ένα νέο βλέμμα πάνω στον χώρο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι ταινίες «Rodini Nature of the Art» της Ολυμπίας Γκογκέ, γιατί ανασυνθέτουν μια εικαστική δράση που είχε πραγματοποιηθεί στο Ροδίνι για μια 3ετία. Έτσι, δεν έχουμε μόνο την καταγραφή ενός τόπου, αλλά και την ανάκληση μιας εποχής κατά την οποία το Ροδίνι λειτουργούσε ως ζωντανός χώρος πολιτισμού και καλλιτεχνικής συνάντησης.
Και εδώ η τέχνη αποκτά έναν πολύ ουσιαστικό ρόλο. Δεν καταγγέλει απλώς την εγκατάλειψη. Μπορεί να δημιουργήσει επιθυμία επιστροφής. Να κάνει τον σημερινό θεατή να πει: «Θέλω να ξαναπάω εκεί. Θέλω να το γνωρίσω. Θέλω να το προστατεύσουμε».
Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα αυτών των ταινιών: ότι ένας τόπος δεν πεθαίνει όταν παλιώνει, πεθαίνει όταν παύουμε να τον διεκδικούμε. Και ο κινηματογράφος μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στη λήθη.
Γι’ αυτό θεωρώ πολύ σημαντικό ότι το φετινό Φεστιβάλ έφερε το Ροδίνι στο επίκεντρο. Η ίδια η διοργάνωση έχει θέσει ως στόχο το Ροδίνι να πάψει να είναι μια «σιωπηλή ανάμνηση» και να ξαναγίνει πνευματικός και φυσικός πνεύμονας της Ρόδου.
Αυτή ακριβώς την προσπάθεια υπηρετεί και η κινηματογραφική ματιά: να μετατρέψει τη μνήμη σε ζωντανό διάλογο και, τελικά, σε διεκδίκηση για το μέλλον.
Ως άνθρωποι που υπηρετείτε τον οπτικοακουστικό εγγραμματισμό, πιστεύετε ότι η τοπική κοινωνία της Ρόδου αγκαλιάζει και στηρίζει επαρκώς τις προσπάθειες των νέων καλλιτεχνών του κινηματογράφου;
Θα έλεγα ότι η τοπική κοινωνία αγκαλιάζει περισσότερο απ’ όσο στηρίζει έμπρακτα τη νέα κινηματογραφική δημιουργία. Υπάρχει ενδιαφέρον, υπάρχει κοινό, υπάρχουν άνθρωποι και φορείς που βοηθούν. Το βλέπουμε και μέσα από τη διαχρονική παρουσία του CINE-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, αλλά και από τη συμμετοχή σχολείων, εκπαιδευτικών και μαθητών στις κινηματογραφικές δράσεις.
Το 9ο Φεστιβάλ Σχολικής Οπτικοακουστικής/Κινηματογραφικής Δημιουργίας το 2026 έφερε σε επαφή μαθητές και μαθήτριες από σχολεία της Δωδεκανήσου με την κινηματογραφική δημιουργία.
Όμως η αγάπη δεν αρκεί. Οι νέοι δημιουργοί χρειάζονται περισσότερο χώρο, περισσότερες ευκαιρίες προβολής, τεχνική και οικονομική υποστήριξη, εργαστήρια, συνεργασίες και, κυρίως, μια σταθερή πολιτιστική πολιτική που να αντιμετωπίζει τον κινηματογράφο όχι ως περιστασιακό γεγονός αλλά ως μέρος της πολιτιστικής ζωής του τόπου.
Η Ρόδος έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: έχει ανθρώπους που θέλουν να δημιουργήσουν και έχει ένα μοναδικό φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον που μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης. Αυτό που χρειάζεται είναι να υπάρξουν οι συνθήκες ώστε οι δημιουργοί να μην φεύγουν από το νησί για να βρουν τις δυνατότητες εξέλιξής τους.
Και δεν μιλώ μόνο για χρήματα. Μιλώ για υποδομές, χώρους προβολής και παραγωγής, κινηματογραφική παιδεία, δικτύωση και πρόσβαση στο κοινό. Όταν ένας νέος κινηματογραφιστής ξέρει ότι υπάρχει ένας χώρος στη Ρόδο όπου μπορεί να παρουσιάσει τη δουλειά του και να συναντήσει το κοινό του, αυτό από μόνο του αποτελεί σημαντική μορφή στήριξης.
Γι’ αυτό θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι το Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας Ροδίων επιμένει εδώ και δέκα χρόνια να δίνει βήμα στους Ρόδιους δημιουργούς και ότι η φετινή διοργάνωση κλείνει με μια ολόκληρη βραδιά αφιερωμένη στην οπτικοακουστική και κινηματογραφική δημιουργία.
Η στήριξη, λοιπόν, υπάρχει, αλλά μπορούμε και πρέπει να κάνουμε περισσότερα. Και ίσως αυτό να είναι το επόμενο μεγάλο βήμα: να περάσουμε από τον θαυμασμό για έναν νέο δημιουργό στη συστηματική υποστήριξη της δημιουργικής του διαδρομής.
Γιατί στο τέλος δεν αρκεί να λέμε ότι «έχουμε ταλέντο στη Ρόδο». Πρέπει να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε αυτό το ταλέντο να ανθίσει εδώ, να αποκτήσει φωνή και να ταξιδέψει από τη Ρόδο προς την Ελλάδα και τον κόσμο.
Πέρα από την καλλιτεχνική απόλαυση των προβολών, οι εκδηλώσεις περιλαμβάνουν και ανοιχτή συζήτηση με το κοινό. Πόσο σημαντική είναι αυτή η διαδραστικότητα ανάμεσα στους δημιουργούς και στους πολίτες;
Είναι απολύτως καθοριστική. Γιατί μια κινηματογραφική προβολή δεν τελειώνει όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Εκεί, θα έλεγα, αρχίζει το δεύτερο και ίσως πιο ουσιαστικό μέρος της: η συζήτηση.
Ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη που δημιουργεί ερωτήματα. Και όταν ο δημιουργός βλέπει το κοινό, μπορεί να ακούσει πώς προσέλαβαν το έργο του, τι συγκίνησε, τι προβλημάτισε, τι ενόχλησε ή ακόμη και τι δεν έγινε κατανοητό. Αυτό είναι πολύτιμο και για τον ίδιο τον δημιουργό, γιατί η τέχνη δεν αποτελεί μονόδρομο από τον καλλιτέχνη προς τον θεατή.
Ιδιαίτερα όταν μιλάμε για νέους δημιουργούς, η άμεση επαφή με το κοινό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Τους δίνει αυτοπεποίθηση, αλλά ταυτόχρονα τους βοηθά να απαντήσουν σε ερωτήσεις και διαφορετικές οπτικές, να υπερασπίσουν τις επιλογές τους και να αναστοχαστούν πάνω στο έργο τους. Η δημιουργική ωριμότητα μεγαλώνει και μέσα από τον διάλογο.
Από την άλλη πλευρά, και ο θεατής παύει να είναι ένας παθητικός αποδέκτης. Έχει τη δυνατότητα να ρωτήσει τον σκηνοθέτη γιατί επέλεξε μια συγκεκριμένη οπτική, τον διευθυντή φωτογραφίας πώς δημιούργησε μια εικόνα, τον ηθοποιό πώς προσέγγισε έναν ρόλο. Έτσι ο θεατής μαθαίνει να βλέπει κινηματογράφο πιο συνειδητά.
Αυτό συνδέεται άμεσα και με τον οπτικοακουστικό εγγραμματισμό, που αποτελεί βασικό κομμάτι της φιλοσοφίας του CINE-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Δεν θέλουμε απλώς να δημιουργούμε θεατές που παρακολουθούν ταινίες. Θέλουμε να καλλιεργούμε ενεργούς θεατές, ανθρώπους που μπορούν να αποκωδικοποιούν την εικόνα, να αναγνωρίζουν τις επιλογές του δημιουργού και να διαμορφώνουν τη δική τους άποψη.
Και στην περίπτωση του Ροδινιού, αυτή η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Γιατί μετά τις προβολές δεν μιλάμε απλώς για κινηματογράφο. Μιλάμε για τη μνήμη, την ιστορία, το περιβάλλον και το μέλλον ενός πραγματικού τόπου.
Η εικόνα και ο ήχος μπορούν να συγκινήσουν, αλλά ο διάλογος μπορεί να μετατρέψει τη συγκίνηση σε προβληματισμό και, ενδεχομένως, σε συλλογική δράση.
Αυτό είναι και το ζητούμενο μιας ζωντανής πολιτιστικής εκδήλωσης: όχι να φύγουμε από την αίθουσα έχοντας απλώς δει μερικές καλές ταινίες, αλλά έχοντας κάτι περισσότερο να σκεφτούμε και, γιατί όχι, κάτι περισσότερο να διεκδικήσουμε.
Κλείνοντας έναν ολόκληρο κύκλο εκδηλώσεων για το 10ο Φεστιβάλ, ποιο είναι το μεγαλύτερο στοίχημα για το μέλλον του κινηματογράφου και του πολιτισμού στη Ρόδο;
Νομίζω ότι το μεγαλύτερο στοίχημα είναι να μη μείνουμε στη διοργάνωση εκδηλώσεων, αλλά να δημιουργήσουμε μια σταθερή πολιτιστική συνέχεια. Ένα φεστιβάλ είναι πολύ σημαντικό, γιατί δημιουργεί στιγμές συνάντησης, δίνει βήμα στους δημιουργούς και φέρνει το κοινό κοντά στην τέχνη. Το πραγματικό ζητούμενο, όμως, είναι τι αφήνει πίσω του όταν πέσει η αυλαία.
Για τον κινηματογράφο στη Ρόδο, θα έλεγα ότι το μεγάλο στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα σταθερό οικοσύστημα κινηματογραφικής δημιουργίας: κινηματογραφική παιδεία στα σχολεία, εργαστήρια για νέους, χώροι παραγωγής και προβολής, υποστήριξη των τοπικών δημιουργών, συνεργασίες με φορείς της Ελλάδας και του εξωτερικού και, κυρίως, δυνατότητες ώστε ένας νέος άνθρωπος να μπορεί να δημιουργεί και να εξελίσσει την δουλειά του χωρίς να είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει τη Ρόδο.
Παράλληλα, υπάρχει και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό στοίχημα: να ξανασυνδέσουμε τον πολιτισμό με τον ίδιο τον τόπο. Η Ρόδος διαθέτει μια τεράστια ιστορική και φυσική κληρονομιά. Το Ροδίνι, που μπήκε στο επίκεντρο της φετινής διοργάνωσης, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν αρκεί να μιλάμε για την προστασία του. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε να ξαναγίνει ζωντανό κομμάτι της πολιτιστικής ζωής της πόλης.
Και σε αυτή την προσπάθεια οι νέοι πρέπει να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν πρέπει να τους βλέπουμε μόνο ως το κοινό του πολιτισμού, αλλά ως τους ανθρώπους που θα τον διαμορφώσουν. Να τους δώσουμε κάμερες, εργαλεία, γνώσεις και χώρο έκφρασης, αλλά και την ελευθερία να μας πουν τη δική τους ιστορία για τη Ρόδο.
Για εμάς αυτό συνιστά ίσως το βαθύτερο νόημα της παρουσίας μας όλα αυτά τα χρόνια. Να καλλιεργούμε όχι μόνο κινηματογραφιστές, αλλά ενεργούς και υποψιασμένους πολίτες. Αν ένα παιδί μάθει να κοιτάζει μια εικόνα κριτικά, να λέει μια ιστορία, να δημιουργεί συνεργατικά, τότε έχουμε ήδη κάνει ένα σημαντικό βήμα για τον πολιτισμό του αύριο.
Θα ήθελα, λοιπόν μια Ρόδο όπου ο κινηματογράφος δεν θα αποτελεί μια περιστασιακή πολιτιστική δραστηριότητα, αλλά μέρος της καθημερινής πολιτιστικής ζωής του νησιού. Μια Ρόδο που δεν θα είναι γνωστή μόνο ως τόπος τουριστικού προορισμού, αλλά και ως τόπος παραγωγής πολιτισμού· ένας τόπος όπου οι νέοι δημιουργούν, οι παλαιότεροι μεταφέρουν τη μνήμη και όλοι μαζί συνομιλούν μέσα από την τέχνη.
Το μεγαλύτερο στοίχημα, τελικά, είναι να περάσουμε από την πολιτιστική εκδήλωση στην πολιτιστική συνέχεια. Από τη μνήμη στη δημιουργία και από τη δημιουργία στην πράξη. Και αν το 10ο Φεστιβάλ κλείνει έναν κύκλο, θα ήθελα να πιστεύω ότι δεν κλείνει μια εποχή. Ανοίγει την επόμενη. Με περισσότερους νέους δημιουργούς, περισσότερες συνεργασίες και έναν πολιτισμό που θα έχει βαθύτερες ρίζες στην ίδια την κοινωνία της Ρόδου.
Σε κάθε περίπτωση, αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στους εμπνευστές και οργανωτές του φεστιβάλ: τον μουσικοσυνθέτη Τάκη Βούη, καλλιτεχνικό διευθυντή και ψυχή του φεστιβάλ, τον συγγραφέα Νίκο Κωνσταντινίδη που «σηκώνει» ακούραστα το μεγαλύτερο βάρος της διοργάνωσης και τον δραστήριο εικαστικό καλλιτέχνη Μάνο Αναστασιάδη.

