Νίκος Κωνσταντινίδης:
«Από το 1912 έως το 1960, η ιστορία των νησιών μας δεν γράφτηκε με μελάνι, αλλά με αίμα, ιδρώτα και το αλύγιστο πείσμα μιας γενιάς που έμαθε να ανασαίνει ανάμεσα στα ερείπια και στους ξένους ζυγούς».
Υπάρχουν βιβλία που δεν περιορίζονται στην εφήμερη ανάπαυλα των αισθήσεων, αλλά μεταμορφώνονται σε ζωντανές κιβωτούς της συλλογικής μας συνείδησης. Η «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια: το χρονικό μιας γενιάς» του Νίκου Κωνσταντινίδη ενσαρκώνει αυτό ακριβώς το έργο-ορόσημο.
Με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου που θα γίνει το Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026, ώρα 19:00 στη Νέα Πτέρυγα του Νεστορίδειου Μέλαθρου, συναντήσαμε τον συγγραφέα και ξεδιπλώσαμε μαζί του το σαρωτικό πανόραμα αυτής της πολυτάραχης πορείας, από την αυγή της ξένης κυριαρχίας το 1912, τις πληγές της Μικρασιατικής Καταστροφής, τον εφιάλτη της Κατοχής, μέχρι την πολυπόθητη λύτρωση και τον τιτάνιο αγώνα της ανοικοδόμησης μετά το 1948.
Συνέντευξη στην Ευρυδίκη Κοβάνη
Νίκο, διαβάζοντας τη «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια», νιώθει κανείς ότι ανοίγει ένα ζωντανό αρχείο του τόπου μας. Το βιβλίο καλύπτει μια κρίσιμη περίοδο, από το 1912 έως το 1960. Πες μας, πώς αποτυπώνεται μέσα από τις σελίδες σου η ιστορική πορεία των νησιών μας, της Ρόδου και της Σύμης;
Η περίοδος αυτή, Ευρυδίκη, ορίζεται από τη βαριά σκιά των ξένων κυριαρχιών και τη διαρκή αγωνία της επιβίωσης. Από το 1912, όταν η ξένη σημαία υψώθηκε στα νησιά μας, ξεκίνησε ένας μακρύς χειμώνας για τον ελληνισμό της περιοχής.
Στη Σύμη και τη Ρόδο και σε όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου, η θάλασσα, που άλλοτε ήταν ο δρόμος του εμπορίου και της προκοπής, έγινε σύνορο απομόνωσης.
Το βιβλίο καταγράφει με απόλυτη ακρίβεια και ρεαλισμό πώς οι πρόγονοί μας, μέσα από τις φωνές ανθρώπων όπως ο Εμμανουήλ Μπακίρης ο οποίος κυκλοφόρησε την Εφημερίδα «Ροδιακή», αλλά και ο οραματιστής δήμαρχος Μιχαήλ Πετρίδης, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πολιτική του εξιταλισμού, τις διώξεις, αλλά και με τα κύματα των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, όταν στις ακτές μας έφταναν οι ξεριζωμένοι αδελφοί.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η εστίαση στην υπαίθρια ζωή και στα χωριά της Ρόδου, όπως ο Αρχάγγελος, τα Μάσαρη και η Κάλαθος. Τι συνέβαινε σε αυτές τις περιοχές κατά τη διάρκεια του πολέμου;
Δεν υπέφερε μόνο η πόλη που ήταν αποκλεισμένη από τη θάλασσα και την ύπαιθρο. Η ενδοχώρα και τα χωριά υπέφεραν τα πάνδεινα. Στην Κάλαθο, για παράδειγμα, είχε κατασκευαστεί το στρατιωτικό αεροδρόμιο, το οποίο έγινε στόχος και κόμβος πολεμικών δραστηριοτήτων. Στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν φυλάκια, στρατιώτες και οχυρωματικά έργα των κατακτητών.
Στον Αρχάγγελο και στο Μάσαρη, όπου έδρασαν αφανείς ήρωες όπως ο Βαγγέλης Ζερβός, η καθημερινότητα σφυροκοπούταν από την πείνα, την αγγαρεία και την τρομοκρατία.
Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι ζούσαν κάτω από το βλέμμα των κατακτητών, κρύβοντας τους μαχητές και μοιράζοντας το ελάχιστο ψωμί τους, ενώ οικογένειες με βαθιές ρίζες στον τόπο, όπως οι Νίτη, οι Κατσιμπρήδες, οι Τριανταφύλλου και οι Σπανού, Περίδη, Φραράκη, και τόσοι άλλοι, στήριξαν με αυταπάρνηση τις γειτονιές.
Στις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν πολλές γνωστές προσωπικότητες, αγωνιστές της Κατοχής, αλλά και μέλη των Ιερολοχιτών. Πώς φωτίζεται η αντίσταση μέσα από αυτά τα πρόσωπα;
Η αντίσταση στα Δωδεκάνησα είχε τη δική της ξεχωριστή, ηρωική φυσιογνωμία.
Στο έργο αναδεικνύονται μορφές που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, όπως οι στυλοβάτες της θυσίας Μιχαήλ και Νικόλαος Βρούχος, οι φρουροί των μυστικών Γεώργιος Κωσταρίδης και Ανδρέας Παντελίδης, καθώς και σύμβολα ανδρείας όπως ο Νικόλαος Σάββας (Παπανικολάου) και ο Σέργιος Καλαφάτης που αντιμετώπισαν το εκτελεστικό απόσπασμα με το βλέμμα ψηλά.
Δίπλα τους στάθηκαν ο νέος που ύψωσε το ανάστημά του στα θρανία Γαβριήλ Χαρίτος, τα αδέλφια με καρδιά λέοντα Τσαμπίκα και Μιχάλης Σκουμπούρδης, οι οδηγοί στα ναρκοπέδια Παύλος και Αντώνης Μουστακέλλης, αλλά και ο ιερέας-μάρτυρας Παπα-Νικόλας.
Η απελευθέρωση του 1945 και η ενσωμάτωση του 1948 έφεραν την πολυπόθητη ελευθερία, αλλά η επόμενη μέρα ήταν εξίσου δύσκολη. Πώς αποτυπώνεται η προσπάθεια ανοικοδόμησης μέχρι το 1960;
Το 1948 βρήκε τα νησιά κατεστραμμένα οικονομικά, αποψιλωμένα και εξαντλημένα από την πείνα. Η περίοδος μετά την ενσωμάτωση ήταν ένας τιτάνιος αγώνας των κατοίκων να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους και τη ζωή τους από τα ερείπια.
Σημαντικό ρόλο σε αυτόν τον αγώνα έπαιξαν οι δάσκαλοι που θυσιάστηκαν για να μη σβήσει η ελληνική λαλιά, όπως ο Φώτης Βαρέλης, ο Αναστάσιος Κουτσούκος, ο Κωνσταντίνος Πανταζής, αλλά και οι ποιμένες της πίστης και της εθνικής συνείδησης, όπως ο Μητροπολίτης Απόστολος και ο Απόστολος Τρύφωνος.
Πόσο δύσκολο ήταν να διασταυρωθούν τόσα πολλά ιστορικά γεγονότα και μαρτυρίες προκειμένου να αποτυπωθεί με ακρίβεια αυτή η εποχή;
Ήταν μεγάλη η προσπάθεια που απαίτησε χρόνια έρευνας, μελέτης αρχείων και καταγραφής προφορικών μαρτυριών από ηγετικές μορφές και αγωνιστές όπως ο Μάρκος Κλαδάκης, ο Χριστόδουλος Τσιγάντες, ο Νικόλαος Μαυρής και ο θείος μας Γιάννης Ζίγδης. Κάθε ημερομηνία και κάθε πράξη αντίστασης βασίζεται σε αδιάσειστα στοιχεία, ώστε το βιβλίο να αποτελεί ένα ασφαλές ιστορικό ντοκουμέντο.
Πώς βίωσε ο απλός πληθυσμός, στην πόλη και στα χωριά, τη δραματική πείνα και τις στερήσεις κατά τα χρόνια της Κατοχής;
Η πείνα ήταν ένας αόρατος, αμείλικτος εχθρός. Στις μαύρες μέρες του πολέμου, όταν η ασιτία θέριζε τους δρόμους, κυρίως μέσα στη αποκλεισμένη πόλη, το κάρο περνούσε βουβό, χωρίς μοιρολόγια και ιερείς, μαζεύοντας τις ψυχές που έσβηναν από την πείνα, αφήνοντας πίσω του μια σιωπή πιο βαριά κι από τον ίδιο τον θάνατο.
Ωστόσο, μέσα σε αυτή την απόλυτη ένδεια, λειτούργησε η αλληλεγγύη των ανθρώπων του μόχθου, φυλάσσοντας ο ένας την πνοή του άλλου.
Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο αρχειακό εύρημα ή προσωπική μαρτυρία που σε συγκλόνισε προσωπικά κατά τη συγγραφή;
Με συγκλόνισαν οι αναφορές των τοπικών αγωνιστών που συνελήφθησαν και βασανίστηκαν, κρατώντας όμως απαράμιλλη σιωπή.
Πέρα από τα επίσημα στοιχεία, ανέσυρα πολύτιμα οικογενειακά αρχεία, όπως εκείνα του αντιφασίστα Ιταλού θείου μου, του Τερλίτσι Κόσιμο, ο οποίος όχι μόνο βοηθούσε τους Έλληνες, αλλά αργότερα αρνήθηκε σθεναρά να παραδοθεί στους Γερμανούς ή να εκτελέσει συντρόφους του για να σώσει τη ζωή του.
Πώς λειτούργησε η παρουσία των Ιταλών αντιφασιστών στα χωριά της Ρόδου μετά το 1943;
Είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της τοπικής ιστορίας. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, αρκετοί Ιταλοί στρατιώτες που αρνήθηκαν να ενταχθούν στις τάξεις του φασισμού βρήκαν καταφύγιο στα δικά μας χωριά, στις Καλυθιές, στην Αρχάγγελο και άλλα χωριά.
Οι κάτοικοι, παρά το μίσος για τους κατακτητές, έδειξαν ανθρωπιά, τους έκρυψαν και μοιράστηκαν μαζί τους το ψωμί τους, αποδεικνύοντας ότι το ανθρώπινό πνεύμα υπερβαίνει τα σύνορα.
Ποιο είναι το κυριότερο μήνυμα που θέλεις να αφήσει η «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια» στις νεότερες γενιές;
Θέλω οι νέοι μας να καταλάβουν ότι η ελευθερία και η αξιοπρέπεια δεν ήταν ποτέ δεδομένες· χτίστηκαν με τεράστιο κόστος, με αίμα, με ανείπωτο μόχθο και με αλύγιστη ψυχή από ανθρώπους που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην ιστορία μας.
Κλείνοντας, Νίκο, βλέποντας το εύρος και την τεκμηρίωση αυτού του έργου, ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;
Το υλικό που συγκεντρώθηκε είναι τόσο πλούσιο, που άφησε πίσω του ανείπωτες ιστορίες. Στα μελλοντικά μου σχέδια βρίσκεται η επέκταση αυτής της έρευνας σε ένα επόμενο έργο.
Επιπλέον, θα κυκλοφορήσει σύντομα το νέο μου βιβλίο «Ο Δρόμος», ενώ παράλληλα θα ανεβάσουμε με τον χαρισματικό Απόστολο Μαριεττή το νέο μας θεατρικό έργο «Ηλεκτρισμός». Παράλληλα, ξεκινώ μια ευρεία περιοδεία στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο και στα νησιά για την παρουσίαση των βιβλίων μου «Αληθινή Αγάπη» και, φυσικά, της «Δωδεκανησιακής Οδύσσειας».
Μακάρι οι φωνές εκείνων που πάλεψαν να παραμείνουν αναμμένες φλόγες στις καρδιές μας, οδηγός φωτεινός για κάθε αύριο.

