Λουίζα Χριστοδουλίδου: «Η ποίηση μπορεί να διασώσει την ευαισθησία, τη μνήμη και την ενσυναίσθηση»
Η Ομότιμη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας μιλά για το Αιγαίο, τη μνήμη, την ταυτότητα, τον ελληνισμό και τη δύναμη της ποίησης στον σύγχρονο κόσμο.
Στο σταυροδρόμι όπου η μνήμη γίνεται κύμα και το κύμα γίνεται φως, η ποίηση δεν είναι απλώς τέχνη· είναι η κιβωτός όπου διασώζεται η αθάνατη ψυχή του τόπου μας.
Με την ευκαιρία της ποιητικής βραδιάς την Παρασκευή 18.09.2026 στο Νεστορίδειο «Φως, Κύμα και Μνήμη: Οι Ποιητές του Αιγαίου Υφαίνουν το Αύριο» στο πλαίσιο του 10ου Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας Ροδίων, συνομιλούμε με τη διακεκριμένη Ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Λουίζα Χριστοδουλίδου.
Μια πνευματική φωνή με βαθιές ρίζες στη Σορβόννη και αδιάλειπτη προσφορά στα γράμματα, που φωτίζει με σοφία τους δεσμούς ανάμεσα στην ποίηση, την καταγωγή και το μέλλον του ελληνισμού.
Συνέντευξη στον Νίκο Κωνσταντινίδη
Κυρία Χριστοδουλίδου, το φετινό αφιέρωμα φέρει τον τίτλο «Φως, Κύμα και Μνήμη: Οι Ποιητές του Αιγαίου Υφαίνουν το Αύριο». Πώς συναντώνται αυτοί οι τρεις πυλώνες –το φως, το κύμα και η μνήμη– μέσα στη σύγχρονη ποιητική πράξη του αρχιπελάγους;
Το φως, το κύμα και η μνήμη είναι, θα έλεγα, τρεις διαφορετικές όψεις της ποιητικής εμπειρίας.
Το φως είναι αμφίσημο σύμβολο· από τη μια πλευρά σηματοδοτεί την αποκάλυψη· είναι η στιγμή που το αόρατο, μέσα ή γύρω μας, γίνεται ξαφνικά ορατό. Από την άλλη πλευρά το φως στο Αιγαίο δεν είναι μόνο φυσικό φαινόμενο αλλά και σύμβολο γνώσης, αποκάλυψης και ζωτικότητας.
Το κύμα είναι η κίνηση, η διαρκής μετάβαση· λειτουργεί και ως συνεκδοχή της επικοινωνίας ανάμεσα στους τόπους και τους ανθρώπους. Το κύμα του Αιγαίου μεταφέρει φωνές από νησί σε νησί και η ποίηση γίνεται το νήμα που τις συνδέει.
Το Αιγαίο, άλλωστε, δεν είναι μόνο ένας γεωγραφικός χώρος· είναι ένας τόπος όπου συναντώνται πολιτισμοί, ιστορίες, ταξίδια. Οι ποιητές και οι ποιήτριες του αρχιπελάγους γράφουν μέσα σε αυτήν τη διαρκή κίνηση και αποτυπώνουν το έντονο φως των νησιών, που διαχέεται και αποκαλύπτει το τοπίο.
Η μνήμη, ως οδοδείκτης, παρεισδύει στα ορύγματα του συντελεσμένου χρόνου, επιλέγει και σχηματοποιεί σε λόγο ποιητικό στιγμές, εξ ορισμού παρελθοντικές. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η σημασία τού «υφαίνουν το αύριο».
Το αύριο δεν δημιουργείται λησμονώντας όσα προηγήθηκαν, αλλά μεταπλάθοντάς τα. Η μνήμη ως πατρίδα, η μνήμη ως έρωτας λειτουργούν ως αντίδοτο στην κυριαρχία τής λήθης.
Ως πανεπιστημιακή δασκάλα και ερευνήτρια με πολυετή πορεία, πώς βιώνετε τη σύνδεση της ακαδημαϊκής γνώσης με μια ζωντανή, εθελοντική γιορτή τέχνης όπως το Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας Ροδίων που συμπληρώσει μια δεκαετία ζωής;
Καταρχάς, να σημειώσω ότι περιποιεί εξαιρετική τιμή για εμένα η πρόσκληση να προλογίσω και να συντονίσω την ποιητική εσπερίδα, στο πλαίσιο του 10ου Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας Ροδίων.
Η σύνδεση της ακαδημαϊκής γνώσης με μια ζωντανή, εθελοντική γιορτή τέχνης είναι για μένα μια βαθιά δημιουργική και αμφίδρομη εμπειρία. Η γνώση δεν ολοκληρώνεται, όταν παραμένει μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας ή στην έρευνα. Αποκτά ουσιαστικό κοινωνικό αποτύπωμα όταν συναντά την πράξη, τη συλλογικότητα και τη δημιουργική έκφραση.
Το Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας Ροδίων αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα αυτής της συνάντησης. Παράλληλα, η επαφή με τους δημιουργούς, τους μουσικούς και το κοινό συμβάλλει στην τροφοδότηση με νέες οπτικές, τόσο της διδασκαλίας όσο και της έρευνας.
Η συμπλήρωση δέκα χρόνων ζωής αποδεικνύει ότι το Φεστιβάλ είναι ένας ζωντανός θεσμός πολιτισμού. Η αντοχή του στον χρόνο οφείλεται στους ανθρώπους που το στηρίζουν με συνέπεια, μεράκι και πίστη στη δύναμη της τέχνης, πρωτίστως σε εσάς, κ. Κωνσταντινίδη – που είστε η ψυχή του.
Το να συμμετέχω ενεργά σε αυτό, αποτελεί μια εξαιρετικά πλούσια και γόνιμη εμπειρία· και ως πανεπιστημιακή δασκάλα που διακονεί τη Νεοελληνική Λογοτεχνία είναι πηγή χαράς, ευθύνης και έμπνευσης.
Στο πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό σας έργο, από τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη έως την ευρύτερη Νεοελληνική λογοτεχνία και τη διασπορά, η έννοια του «τόπου» και της «ταυτότητας» κατέχει κεντρική θέση. Μιλήστε μας γι’ αυτά.
Χαίρομαι ιδιαίτερα, κ. Κωνσταντινίδη, που κάνετε μνεία στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες ποιητές μας. Πρόκειται για οικουμενικό ποιητή που μας συστήνεται ως ποιητής-αναγνώστης, μέσα από επάλληλους κύκλους.
Μελετώντας τον σε βάθος, ανακάλυψα ένα ποιητικό corpus βαθύτατα οντολογικό και ανθρωποκεντρικό. Καταθέτει την «υπαρξιακή σύλληψη των πραγμάτων»· το αδήλωτο βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο Χαραλαμπίδης, ένας poeta doctus, αναλαμβάνει τον ρόλο του ποιητή-οδηγού που αρθρώνει και πολιτικό λόγο, εφόσον η αιμάσσουσα ιδιαίτερη πατρίδα Κύπρος είναι πάντοτε παρούσα, πότε φανερά και πότε κρυπτικά, μια και η μεθιστορική ποίησή του είναι μεταποίηση και αναβίωση της Ιστορίας.
Τα ποιητικά του σύμβολα συνιστούν σπαράγματα πολιτισμικών εικόνων. Αποτελούν μετωνυμία του μέτρου και του ήθους ενώ, παράλληλα, ανάγονται σε σήματα αίσθησης και μνήμης.
Σε ό, τι αφορά τη διασπορά, τα ενδιαφέροντά μου στρέφονται στη συγχώνευση των δύο εννοιών: γεωγραφία και ιστορία. αλλά και στον ρόλο που διαδραματίζει η συλλογική μνήμη η οποία τροφοδοτεί την ατομική μνήμη μέσα από ένα μηχανισμό αφομοίωσης μιας δεύτερης ταυτότητας.
Ο «τόπος» δεν είναι πλέον μόνο η πατρίδα με την έννοια του γεωγραφικού σημείου. είναι ο τόπος που κουβαλάμε μέσα μας. είναι η παιδική μνήμη, η γλώσσα, το τραύμα, η απουσία, ο νόστος.
Μια από τις μελέτες μου αφορά την αείμνηστη Λευκή Μολφέση, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γαλλία και το βιβλίο της “L’ arme aux yeux”, γραμμένο στη γαλλική και ξαναγραμμένο στην ελληνική γλώσσα: “Γυάλινα σύνορα” στο οποίο αναζητεί την καταγωγή της.
Συνιστά ένα γεγονός που αφορά αναζήτηση εστιακού σημείου της Διασποράς, ένα σημείο το οποίο είναι χωροχρονικό, εφόσον αφορά ταυτόχρονα τη μητέρα – Ελλάδα αλλά και την τότε εμπόλεμη Ελλάδα.
Κατορθώνει την κατάκτηση, διαμέσου της γραφής, ενός απόλυτου εγώ, προϊόντος των δύο ταυτοτήτων: στη λειτουργία της γραφής ως ίχνους–αποτυπώματος–καταγραφής του παρελθόντος και στη γλώσσα τής γραφής, ως προϊόντος της Ιστορίας.
Η ποιητική βραδιά στο Νεστορίδειο Μέλαθρο δεν στέκεται μόνο στους στίχους, αλλά συνομιλεί με την κλασική μουσική. Τι προσφέρει αυτή η πολυτροπική συνάντηση της ποίησης με τη μελωδία στην ψυχή του ακροατή;
Η πολυτροπική συνάντηση της ποίησης με την κλασική μουσική δημιουργεί μια βαθύτερη και πιο ολοκληρωμένη εμπειρία για την ψυχή του ακροατή. Οι στίχοι αποκτούν νέα διάσταση μέσα από τη μελωδία, ενώ η μουσική αναδεικνύει τα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από τις λέξεις.
Αυτή η αρμονική σύνδεση προσφέρει μια ευκαιρία να νιώσει κανείς την ποίηση όχι μόνο ως λόγο, αλλά και ως ζωντανή έκφραση που αγγίζει την καρδιά και το πνεύμα, καλλιεργώντας μια πιο έντονη και συνειδητή αντίληψη της τέχνης.
Η ποίηση και η μουσική αλληλοσυμπληρώνονται, δημιουργώντας έναν εσωτερικό διάλογο που ανοίγει νέους δρόμους ερμηνείας. Άλλωστε πάρα πολλά ποιήματα έχουν μελοποιηθεί. Η μουσική μπορεί να αναδείξει ρυθμούς, παύσεις και τονικότητες στους στίχους που ίσως δεν αποτυπώνονται μόνο με τις λέξεις.
Με καταγωγή από την Λεμεσό και σπουδές στη Σορβόννη, ζείτε στη Ρόδο και κουβαλάτε μια διπλή πατρίδα. Πώς η μνήμη της ιδιαίτερης πατρίδας και του ευρύτερου ελληνισμού καθοδηγεί τη δική σας ματιά στα σύγχρονα γράμματα;
Η Λεμεσός και η Ρόδος είναι για μένα δύο τόποι που συνομιλούν βαθιά μέσα μου. Η Ρόδος, μια δεύτερη πατρίδα, είναι ο τόπος στον οποίο ζω και δημιουργώ, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Αυτές τις δύο πατρίδες δεν τις βιώνω ως διχασμό, αλλά ως έναν πλούτο που διευρύνει τη ματιά μου.
Ο ελληνισμός, άλλωστε, δεν είναι για μένα μόνο ένας γεωγραφικός ή ιστορικός προσδιορισμός· είναι ένας διαρκής διάλογος ανάμεσα στη μνήμη και το παρόν, στο τοπικό και το οικουμενικό.
Η Κύπρος, η αιμάσσουσα ιδιαίτερη πατρίδα, μου χάρισε αλησμόνητες παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις, που όσο ο χρόνος προχωρά, τόσο πιο συχνά ανασύρω με νοσταλγία παρόντος. Στην αγαπημένη μου Λεμεσό, άλλωστε, ολοκλήρωσα τις εγκύκλιες σπουδές μου, λαμβάνοντας μια στέρεη κλασική παιδεία, έχοντας στο πλευρό μου αξιόμαχους δασκάλους και δασκάλες που ποτέ δεν λησμονώ.
Μετά τις προπτυχιακές μου σπουδές στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πραγματοποίησα όλες τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στη Σορβόννη, όπου και εκπόνησα τη διδακτορική μου διατριβή, κοντά στον διάσημο συγκριτολόγο και φιλέλληνα Charles Dédéyan αρχικά, και στους νεοελληνιστές, Guy Michel Saunier και Henri Tonnet, στη συνέχεια.
Από τις σπουδές στη Σορβόννη κουβαλώ πολλά περισσότερα από ακαδημαϊκές γνώσεις. Ήταν μια εμπειρία που διαμόρφωσε τον τρόπο σκέψης μου, ενώ οι συχνές επισκέψεις στα Μουσεία με οδήγησαν σε μια ευρύτερη αντίληψη για την τέχνη και τον πολιτισμό αλλά και τη στάση μου απέναντι στη ζωή και τη δημιουργία.
Η Σορβόννη, πέρα από ακαδημαϊκό ίδρυμα, αποτελεί έναν ζωντανό χώρο πολιτισμού με βαθιά ιστορική και πνευματική παράδοση. Έτσι, μου άνοιξε δρόμους που διαπερνούν κάθε πτυχή της ακαδημαϊκής και προσωπικής μου ζωής.
Κειμήλιο προγονικό η Νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου, καθώς και η ευρύτερη Νεοελληνική λογοτεχνία, την πήρα μαζί μου και της προσέφερα ταπεινή διακονία, υπηρετώντας την, από την ακαδημαϊκή μου θέση ως καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Ζούμε σε μια εποχή ψηφιακού θορύβου και ταχύτητας. Μπορεί η ποίηση σήμερα να αποτελέσει το «καταφύγιο της ύπαρξης» και την αλήθεια που θα σώσει το αύριο, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος της εκδήλωσης;
Ναι, η ποίηση, ειδικά στη σύγχρονη εποχή του ψηφιακού θορύβου και της αδιάκοπης ταχύτητας, μπορεί όντως να λειτουργήσει ως «καταφύγιο της ύπαρξης» και ως φάρος αλήθειας που φωτίζει το αύριο. Σαν «το φως, το κύμα και η μνήμη που υφαίνουν το αύριο», έτσι και η ποίηση στη σημερινή εποχή μπορεί να γίνει τόπος αναγέννησης και αναζήτησης αλήθειας.
Σε έναν κόσμο όπου όλα ζητούν την προσοχή μας, η ποίηση μας καλεί να σταθούμε, να ακούσουμε και να κοιτάξουμε βαθύτερα. Δεν προσφέρει απαραίτητα λύσεις· μέσα στον ψηφιακό θόρυβο, μέσα από τις λέξεις μπορεί να αναδυθεί μια διαφορετική αλήθεια, εκείνη που μας φέρνει πιο κοντά στον εαυτό μας και στον άλλον.
Δεν θα έλεγα, όμως, ότι η ποίηση μπορεί από μόνη της να «σώσει το αύριο». Μπορεί όμως να διασώσει την ευαισθησία, τη μνήμη, την ενσυναίσθηση.
«Σε βρίσκει πάντα η ποίηση», λέει εύστοχα ο Τίτος Πατρίκιος, αρκεί βέβαια να έχουμε ευήκοα ώτα και «πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας», κατά τον Σολωμό.
Στις σελίδες των μελετών σας έχετε αναδείξει συχνά τις γυναικείες φωνές και τη λογοτεχνική διανόηση του έξω ελληνισμού. Ποιος είναι ο ρόλος της γυναικείας γραφής στη διαμόρφωση της συλλογικής μας συνείδησης;
Ναι, πράγματι. Στις μελέτες μου εντρύφησα και στη λογοτεχνική δραστηριότητα λογίων γυναικών του 19ου αιώνα, όπου υπάρχουν έκδηλα τα σπέρματα μιας δυνάμει φεμινιστικής συνείδησης, έτσι όπως διαμορφώθηκε και ζυμώθηκε στα κέντρα του Έξω Ελληνισμού.
Ο ορισμός των έμφυλων ταυτοτήτων, την εποχή αυτή, θεωρεί ασυμβίβαστη την εμπλοκή της γυναίκας στον δημόσιο χώρο και την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, και γενικότερα με τη συγγραφή.
Όμως, με δυναμικές παρεμβάσεις, ακόμη και συγκρούσεις στον Τύπο, με το ανδροκρατούμενο κατεστημένο της εποχής, οι λόγιες γυναίκες, κατορθώνουν να ανατρέψουν στερεότυπες ανδρικές αντιλήψεις/προκαταλήψεις, που αντιτίθενται στη γυναικεία λογοτεχνική δημιουργία.
Με ενδιαφέρει, μεταξύ άλλων, κυρίως η κωνσταντινουπολίτισσα διευθύντρια, παιδαγωγός, φιλόλογος και ποιήτρια, Σαπφώ Λεοντιάς της οποίας η συνεισφορά στη γυναικεία χειραφέτηση, η προσωπικότητα, η μόρφωση και η φήμη της, την κατατάσσουν στην elite της εποχής της. Το ίδιο και η αδελφή της Αιμιλία Κτενά-Λεοντιάς, επίσης παιδαγωγός και εκδότρια του περιοδικού Ευρυδίκη αλλά και η πρωτοπόρος στη συγγραφή διηγημάτων, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου.
Μέσα από τη στοχαστική της διάσταση, η γυναικεία γραφή συχνά αναδεικνύει ανισότητες και σιωπές, συμβάλλοντας στην αμφισβήτηση στερεοτύπων και την επαναδιαπραγμάτευση των κοινωνικών ρόλων.
Η γυναικεία γραφή, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια επιμέρους φωνή, αλλά ένας πυλώνας που ανανεώνει τον πολιτισμό μας και διευρύνει τη συλλογική μας συνείδηση, αναδεικνύοντας νέες διαστάσεις και προοπτικές μέσα στον πολύπλοκο κόσμο των ταυτοτήτων.
Κλείνοντας, τι θα απευθύνατε σε έναν νέο άνθρωπο που στέκεται σήμερα μπροστά σε ένα λευκό χαρτί; Πώς μπορεί ο στίχος να του γίνει πυξίδα, για να βρει τον εαυτό του και τον κόσμο;
Η ελεύθερη αίσθηση που συνέχει τον δημιουργό συνυφαίνεται με τη μόνιμη αγωνία του για το κτίσιμο της ποιητικής γραφής, για να έχει ευτυχή έκβαση το ποίημα. Η κυοφορία ενός ποιήματος προϋποθέτει συχνά την αγωνία της έμπνευσης, της αναζήτησης θέματος, τη βάσανο της ποιητικής σύνθεσης.
Η κατασκευή ενός ποιήματος είναι ομολογουμένως ένας δύσκολος τοκετός, μια και «ασθμαίνοντας πορεύεται το ποίημα». Όμως «η κύηση του ποιήματος καταξιώνει την οδύνη της έμπνευσης».
Θα του έλεγα πρώτα απ’ όλα να μην φοβηθεί τη λευκή σελίδα· το λευκό χαρτί δεν είναι κενό· είναι ένας χώρος ελευθερίας, όπου μπορεί να συναπαντήσει τον εαυτό του. Είναι αναγκαία η εσωτερική προσήλωση· άλλωστε ο δημιουργός σηκώνει το βάρος της μοναξιάς τής δια βίου υπεράσπισης της Μεγάλης Κεράς, της ποίησης.
Οφείλει να είναι παρατηρητικός, να παίρνει σημειώσεις για κάτι που άκουσε από κάποιον συνομιλητή του, ή παρατήρησε γύρω του (το συνηθίζει πολύ ο Κυρ. Χαραλαμπίδης ο οποίος έχει πάντοτε μαζί του ένα μικρό σημειωματάριο), να αφουγκράζεται ήχους, εσωτερικές ή εξωτερικές δονήσεις, να λειτουργεί με όλες τις αισθήσεις του.
Ο στίχος γεννιέται πολλές φορές από μια εσωτερική ανάγκη να έλθει στο φως κάτι που τον άγγιξε. Και κυρίως να μελετά ποίηση, καλή ποίηση· να «συνομιλεί» δηλαδή με τον ποιητικό Κανόνα. Να ξύνει συνέχεια τα μολύβια του, γιατί θα χρειαστεί να σβήνει και να ξαναγράφει.
Είναι σημαντικό να κρατά τα ποιήματά του πολύ καιρό στο συρτάρι, και να τα ανασύρει, κατά καιρούς, ώστε να προβαίνει σε διορθώσεις, μέχρι να τα ωριμάσει. Να μην γράφει με εκζήτηση· ο Γ. Σεφέρης, στο ποίημά του, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά» τονίζει: «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά…»
Και αν ο νέος άνθρωπος, μέσα από την ποίηση, καταφέρει να ακούσει τη δική του φωνή και ταυτόχρονα να ακούσει τον άλλον, τότε έχει ήδη κάνει ένα σημαντικό βήμα, για να βρει όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και τη θέση του μέσα στον κόσμο.

