Ο Θράσος Ειρήνης είναι εδώ και τριάντα χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής του θρυλικού jazz club Half Note στην Αθήνα. Είναι όμως και ένας ταλαντούχος, φανατικός φωτογράφος που με την ιδιαίτερη προσωπική του ματιά μάς ξεναγεί εκ των έσω και μάς μυεί στον γοητευτικό κόσμο της τζαζ.
Την ευκαιρία να τον συναντήσουμε και να συνομιλήσουμε μαζί του μάς έδωσε η ατομική του έκθεση φωτογραφίας με τίτλο “Jazz views through an insider’s lens” που φιλοξένησε το Κατάλυμα της Αγγλίας στη Ρόδο από 13 έως 20 Σεπτεμβρίου 2026 στα πλαίσια του 11ου Rhodes Jazz Festival.
Συνέντευξη στην Ευρυδίκη Κοβάνη
Πώς προέκυψε και τι περιέχει η έκθεσή σας στο Κατάλυμα της Αγγλίας στη Ρόδο;
Η έκθεση προέκυψε όταν – ήδη απο πέρυσι – ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ της Ρόδου κ. Αϊβάζης πήρε την πρωτοβουλία να με προσκαλέσει στην Ρόδο να κάνω μια έκθεση φωτογραφίας στο πλαίσιο του θεσμού. Την βρήκα ιδιαιτέρως τιμητική και την αποδέχτηκα με χαρά, θέλοντας να βοηθήσω κι εγώ από την πλευρά μου τον όμορφο θεσμό του Φεστιβάλ Jazz της Ρόδου.
Το περιεχόμενο της έκθεσης είναι ένα ελάχιστο μόνο μέρος της φωτογραφικής μου αποτύπωσης στην 34χρονη πορεία μου στην οργάνωση και παραγωγή jazz συναυλιών αλλά και την παρουσία μου ως καλλιτεχνικού διευθυντή του ιστορικού Half Note Jazz Club. Όπως λέει και ο τίτλος “Jazz views through an insider’s lens”.
Σαν καλλιτεχνικός διευθυντής του θρυλικού Half Note Jazz Club δημιουργήσατε κάτι πολύ ξεχωριστό και ανθεκτικό στον χρόνο. Ποια είναι τα συστατικά αυτής της επιτυχίας;
Το Half Note – όπως ίσως γνωρίζετε – προϋπήρξε εμού αφού έχει μια ιστορία 46 ετών που για τα δεδομένα οποιαδήποτε χώρας είναι κάτι που το αναγάγει σε θεσμό. Εγώ συνδράμω το club εδώ και 29 χρόνια με διαφορετικούς τρόπους.
Τα συστατικά της επιτυχίας του είναι η συνέπειά του και η αξιοπιστία του, οι εξαιρετικές υπηρεσίες που προσφέρει στους επισκέπτες του αλλά και στους καλλιτέχνες παγκόσμιου βεληνεκούς που το πλαισιώνουν και που το νιώθουν ως οικογένεια τους, χωρίς φυσικά να αγνοεί κανείς τον έξοχο ήχο και την ποιότητα των συναυλιών που κάνει τόσα χρόνια.
Αποτελεί μια σκηνή αναφοράς, όχι μόνο για τα ελληνικά αλλά και για τα παγκόσμια δεδομένα.
Πώς μπήκε στη ζωή σας η φωτογραφία;
Το”μικρόβιο” της φωτογραφίας το κουβαλάω πολλά χρόνια κι από πολύ νέος. Απλά, όταν μπήκα στις συναυλίες εδώ και 34 χρόνια η φωτογραφία του live, έγινε κάτι σαν ακατανίκητη επιθυμία και πάθος, φυσικά πάντα όταν οι συνθήκες και το άγχος το επιτρέπουν.
Ποια είναι η ουσία και η ατμόσφαιρα του κόσμου που μας δείχνετε μέσα από τον φακό σας;
Την ουσία αυτή καθ’ εαυτή δεν μπορεί να την περιγράψει ο φωτογράφος αλλά ο δέκτης της εντύπωσης από την θέαση της φωτογραφίας.
Αν πρέπει όμως κάτι να αναφέρω ως επιθυμία του γράφοντος, θα ήταν να καταγράψει τα συναισθήματα του καλλιτέχνη, αν είναι δυνατόν να “ακούει” κάνεις την μουσική όταν βλέπει μια φωτογραφία, καθώς επίσης και τα συναισθήματα που προκαλεί σε εμένα ο καλλιτέχνης την ώρα της λήψης, το ερέθισμα με διαφορετικά λόγια. Σε πολύ γενικές γραμμές…
Τι σημαίνει για εσάς η τζαζ; Τι σας συγκινεί σε αυτήν;
Η jazz για μένα βρίσκεται στην κορυφή αυτού που αποκαλούμε δημιουργική μουσική. Διότι συνδυάζει τεχνική αρτιότητα που είναι προϋπόθεση, με ό,τι πιο δημιουργικό υπάρχει, που είναι ο αυτοσχεδιασμός και το απρόβλεπτο στοιχείο. Μαγικό αλλά συμβαίνει, καμία βραδιά με την jazz δεν είναι ίδια με κάποια άλλη κι ανάλογα είναι και τα συναισθήματα που προκαλεί.
Υπήρξαν άνθρωποι ή γεγονότα που σας έχουν βαθιά επηρεάσει;
Δεν ξέρω αν η ερώτησή σας αφορά την φωτογραφική μου πορεία, την επαγγελματική με τις συναυλίες ή γενικά στην ζωή. Ως προς την επαγγελματική πορεία, σίγουρα με επηρέασε η αγάπη μου για την μουσική για όσο θυμάμαι τον εαυτό μου.
Την επιλογή μου να ασχοληθώ με τις συναυλίες επηρέασαν πολύ η στενή μου γνωριμία με τον θρυλικό Νορβηγό ντράμερ Jon Christensen και τον επίσης σημερινό σταρ Νορβηγό τρομπετίστα Nils Petter Molvær, όπως επίσης και το ότι κι εγώ σε πολύ παλαιότερους χρόνους δοκίμασα την τύχη μου στην μουσική. Οι δύο αυτοί πάντως έβαλαν τον σπόρο!
Τώρα φωτογραφικές επιρροές είχα πολλές. Ο Ansel Adams, o Bresson ή η Dorothea Lange αλλά αν πάμε στην jazz φωτογραφία σίγουρα οι κλασικοί Herman Leonard ή Francis Wolf, o Claxton και σύγχρονοι σαν τον John Abbott. Με επηρεάζουν και jazz φωτογράφοι που σε κάποιες περιπτώσεις είναι κι ερασιτέχνες αλλά φανατικοί σαν κι εμένα.
Οι παλαιοί και κλασσικοί jazz φωτογράφοι βέβαια είχαν το προνόμιο να συνυπάρχουν σε στιγμές με τους μουσικούς και να τους ζουν σε καμαρίνια, σε στούντιο, σε πρόβες, κάτι μοναδικό για την ατμόσφαιρα των φωτογραφιών.
Ποια είναι η κατάσταση της τζαζ στην Ελλάδα σήμερα;
Αν και σε αριθμούς κοινού δεν δείχνει πολύ μεγάλη άνθιση, θα σας πω ότι είναι πολύ αισιόδοξη η προοπτική της, δεδομένου ότι όλο και πιο πολλοί νέοι άνθρωποι ασχολούνται με αυτήν ή την ακούν. Το επίπεδο των Ελλήνων μουσικών στις τρεις τελευταίες δεκαετίες – λόγω και της άρτιας πλέον εκπαίδευσης – είναι πολύ υψηλό και ανταγωνίζεται επάξια αυτό των ξένων συναδέλφων τους. Σε marketing λίγο υστερεί αλλά και εκεί υπάρχει βελτίωση.
Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Αν και το να κάνουμε μεγάλα σχέδια για το μέλλον είναι λιγάκι ουτοπικό, έτσι όπως κατάντησε η ζωή μας, εν τούτοις κι εγώ έχω στόχο να συνεχίζω να παρουσιάζω με το ίδιο πάθος την καλύτερη εκδοχή της μουσικής στην Ελλάδα κι αν μπορώ να την αποτυπώνω και σε φωτογραφίες, ελπίζοντας πάντα ότι αυτό θα συμβαίνει σε ένα περιβάλλον που οι τέχνες κι όσα παναθρώπινα τις ακολουθούν, θα εξακολουθήσουν να είναι ανάγκη για τους ανθρώπους και θα συνεχίσουν να σημαίνουν κάτι γι’ αυτούς.

