Η Σάντρα Τσιλιγγερίδου είναι ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεύτρια ζεύγους, οικογένειας και ομάδας. Είναι επίσης συγγραφέας του βιβλίου “Εσύ, πόσο αναβλητικός είσαι;” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Law of Success και που στάθηκε η αφορμή να την συναντήσουμε και να συνομιλήσουμε μαζί της.
Συνέντευξη στην Ευρυδίκη Κοβάνη
Είναι σύγχρονο φαινόμενο η αναβλητικότητα ή υπήρχε ανέκαθεν;
Η αναβλητικότητα υπήρχε ανέκαθεν. Ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Αριστοτέλης μιλούσε για την ακρασία, για εκείνη δηλαδή την παράδοξη ανθρώπινη κατάσταση όπου ο άνθρωπος ξέρει ποιο είναι το σωστό για εκείνον, ξέρει τι πρέπει να κάνει και παρ’ όλα αυτά δεν το κάνει.
Αργότερα, ο Φρόιντ και οι μεταγενέστεροι ψυχαναλυτές και ψυχίατροι άρχισαν να μελετούν την αναβλητικότητα σε μεγαλύτερο βάθος.
Πίσω από την αδυναμία ενός ανθρώπου να περάσει στη δράση μπορεί να υπάρχουν εσωτερικές συγκρούσεις, άγχος, φόβοι, ενοχές και ασυνείδητοι μηχανισμοί άμυνας. Έτσι, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από το γιατί ένας άνθρωπος δεν κάνει αυτό που καλείται να κάνει, στο τι συμβαίνει μέσα του και τον εμποδίζει να το κάνει.
Αυτό που έχει αλλάξει σήμερα είναι το περιβάλλον. Ζούμε σε μια εποχή που μας προσφέρει αμέτρητους τρόπους άμεσης διαφυγής από οτιδήποτε μας προκαλεί δυσφορία.
Για παράδειγμα όταν έχω μια εργασία μπροστά μου και νιώθω δυσκολία να ξεκινήσω, μπορώ να πάρω το κινητό, να μπω στα social media, να δω ένα βίντεο, να παίξω ένα παιχνίδι και να μετακινηθώ ψυχικά κάπου αλλού.
Οπότε θα έλεγα ότι η αναβλητικότητα είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος. Απλώς σήμερα διαθέτουμε πολύ περισσότερα μέσα για να την υπηρετήσουμε. Και αυτό είναι που την κάνει τόσο έντονη στη σύγχρονη καθημερινότητα.
Γεννιόμαστε ή γινόμαστε αναβλητικοί;
Δεν θα έλεγα ότι γεννιόμαστε αναβλητικοί. Υπάρχουν ασφαλώς χαρακτηριστικά προσωπικότητας και προδιαθέσεις που μπορούν να μας κάνουν περισσότερο ευάλωτους στην αναβλητικότητα, όπως η παρορμητικότητα, ο υψηλός νευρωτισμός ή η χαμηλότερη ευσυνειδησία. Μεγάλο μέρος όμως της σχέσης μας με τη δράση διαμορφώνουν οι εμπειρίες μας.
Σκεφτείτε ένα παιδί που μεγαλώνει με πολύ υψηλές απαιτήσεις και ακούει συστηματικά ότι μπορούσε να τα πάει καλύτερα. Κάποια στιγμή η προσπάθεια μπορεί να συνδεθεί μέσα του με την αξιολόγηση, την κριτική και τον φόβο ότι δεν είναι αρκετό. Αργότερα, ως ενήλικας, μπορεί να αναβάλλει συνεχώς μία εργασία χωρίς να καταλαβαίνει γιατί.
Ο γονιός μπορεί να μην υπάρχει πια μπροστά του, αλλά υπάρχει μέσα του η εσωτερικευμένη φωνή του. Ο ενήλικας συνεχίζει πλέον μόνος του την κριτική. Και τότε η αναβολή μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά: όσο δεν ολοκληρώνω, δεν εκτίθεμαι. Όσο δεν δοκιμάζω τις δυνάμεις μου, δεν μαθαίνω αν μπορώ να αποτύχω.
Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να τροποποιήσουμε την αναβλητική συμπεριφορά, γιατί μάθαμε να χρησιμοποιούμε την αναβολή ως τρόπο προστασίας μπροστά σε κάτι που μας δυσκολεύει.
Ποιο είδος αναβλητικότητας είναι το πιο διαδεδομένο;
Στο βιβλίο περιγράφω οκτώ διαφορετικούς τύπους αναβλητικότητας. Φυσικά ένας άνθρωπος μπορεί να εμφανίζει στοιχεία από περισσότερους από έναν τύπους. Μία από τις βασικότερες μορφές που συναντάμε στον δυτικό κόσμο είναι η νευρωτική αναβλητικότητα.
Εκεί έχουμε έναν άνθρωπο που θέλει να κάνει κάτι, μπορεί να έχει όλες τις ικανότητες να το κάνει και παρ’ όλα αυτά παγώνει. Γιατί μαζί με την υποχρέωση μπαίνει σε λειτουργία ένας ολόκληρος εσωτερικός κόσμος γεμάτος με άγχος, ενοχές, φόβος αποτυχίας, φόβος έκθεσης, τελειομανία, αυτοαμφισβήτηση.
Ξαφνικά μια απλή εργασία γίνεται ένα τεστ προσωπικής αξίας. Το άτομο δεν αναρωτιέται μόνο αν θα τα καταφέρει. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο αναρωτιέται αν είναι αρκετά ικανό και αν αξίζει.
Ταυτόχρονα, σήμερα βλέπουμε πολύ έντονα και την ψηφιακή αναβλητικότητα. Το scrolling έχει γίνει ο πιο εύκολος δρόμος διαφυγής από τη δυσφορία.
Για λίγα λεπτά ο άνθρωπος ξεχνά αυτό που τον αγχώνει, παίρνει μικρές και γρήγορες ανταμοιβές και νιώθει καλύτερα. Μόλις όμως κλείσει την οθόνη, η υποχρέωση εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί και συνήθως το άγχος έχει μεγαλώσει.
Τι αποφεύγουμε κάθε φορά που αναβάλλουμε;
Αυτή για μένα είναι ίσως η σημαντικότερη ερώτηση γύρω από την αναβλητικότητα. Γιατί συνήθως πιστεύουμε ότι αποφεύγουμε μια εργασία, ενώ στην πραγματικότητα αποφεύγουμε το συναίσθημα που μας προκαλεί αυτή η εργασία.
Κάθε άνθρωπος αποφεύγει κάτι διαφορετικό. Κάποιος αποφεύγει τον φόβο της αποτυχίας. Κάποιος άλλος την κριτική. Κάποιος την πιθανότητα απόρριψης. Άλλος την αβεβαιότητα μιας απόφασης. Κάποιος μπορεί ακόμη και να φοβάται την επιτυχία, γιατί η επιτυχία σημαίνει αλλαγή, περισσότερη ευθύνη και πιθανώς μια καινούργια εικόνα του εαυτού που δεν του είναι γνώριμη.
Γι’ αυτό στο βιβλίο ονομάζω την αναβλητικότητα σωτήρα. Τη στιγμή που αναβάλλω, το άγχος μου πέφτει. Για λίγο αισθάνομαι καλύτερα. Ο εγκέφαλός μου λοιπόν μαθαίνει ότι κάθε φορά που δυσφορώ υπάρχει ένας γρήγορος τρόπος ανακούφισης: να αποφύγω.
Μόνο που αυτή η ανακούφιση είναι προσωρινή. Η υποχρέωση παραμένει και λίγο αργότερα επιστρέφουν το άγχος, οι ενοχές, η αυτοκριτική και η απογοήτευση. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος της αναβλητικότητας.
Αν ρωτήσουμε έναν αναβλητικό τι νιώθει τη στιγμή που αναβάλει, συνήθως δεν ξέρει να απαντήσει. Είναι μπλεγμένα όλα τα συναισθήματα σαν ένα κουβάρι που προκαλούν σύγχυση. Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε αρκετή δουλειά με τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει μέσα μας.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο όφελος από την εξάλειψη της αναβλητικότητας;
Για μένα το μεγαλύτερο όφελος δεν είναι ότι γίνεσαι περισσότερο παραγωγικός. Είναι ότι ξαναπαίρνεις τη ζωή σου στα χέρια σου και νιώθεις ελεύθερος.
Η χρόνια αναβλητικότητα δεν μας κλέβει μόνο ώρες. Μπορεί να μας στερήσει σπουδές, επαγγελματικές ευκαιρίες, σχέσεις, ταξίδια, εμπειρίες, ακόμη και αποφάσεις που θα μπορούσαν να αλλάξουν τη ζωή μας. Και όσο περισσότερο αναβάλλουμε, τόσο περισσότερο χάνουμε την εμπιστοσύνη στον ίδιο μας τον εαυτό.
Κάθε φορά που λέω θα το κάνω και τελικά δεν το κάνω, στέλνω ένα μήνυμα στον εαυτό μου ότι δεν μπορώ να βασιστώ πάνω μου. Όταν όμως αρχίζω να πραγματοποιώ μικρούς στόχους, αρχίζω να χτίζω ξανά αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης.
Και εκεί βρίσκεται για μένα η μεγάλη αλλαγή. Αρχίζω να ανακαλύπτω ότι μπορώ να αντέξω την αβεβαιότητα, μπορώ να κάνω λάθος, μπορώ να αποτύχω και να ξανασηκωθώ. Δεν υπάρχει λόγος πλέον να αποφεύγω οτιδήποτε με αγχώνει για να νιώθω ασφαλής.
Αυτό είναι ψυχική ωρίμανση και ελευθερία.
Υπάρχει τρόπος να πάψουμε να είμαστε αναβλητικοί;
Υπάρχει τρόπος να μειώσουμε σημαντικά την αναβλητικότητα και κυρίως να πάψει να καθορίζει τη ζωή μας. Χρειάζεται όμως να ανακαλύψουμε πρώτα γιατί αναβάλλουμε. Γιατί δεν υπάρχει μία αναβλητικότητα και επομένως δεν υπάρχει μία λύση για όλους.
Αν αναβάλλω επειδή φοβάμαι την αποτυχία, πρέπει να δουλέψω τη σχέση μου με την αποτυχία. Αν αναβάλλω επειδή φοβάμαι την κριτική, πρέπει να καταλάβω γιατί το βλέμμα του άλλου καθορίζει τόσο πολύ την αξία μου.
Αν είμαι τελειομανής, πρέπει να μάθω να επιτρέπω στον εαυτό μου το λάθος. Αν αναβάλλω επειδή έχω μάθει να παίρνω συνεχώς γρήγορες ανταμοιβές από το κινητό μου, χρειάζεται να αλλάξω τις καθημερινές μου συνήθειες.
Στο βιβλίο μου δίνω και συγκεκριμένους τρόπους να τροποποιήσουμε τις συνήθειες, για παράδειγμα να σπάμε έναν μεγάλο στόχο σε μικρότερα μέρη, να περιορίζουμε τους περισπασμούς, να ιεραρχούμε τις εργασίες, να παρατηρούμε πότε αναβάλλουμε και να μειώνουμε την εσωτερική κριτική.
Ποιο είναι το πρώτο μικρό βήμα για να το πετύχουμε;
Το πρώτο βήμα είναι η αναγνώριση. Πριν προσπαθήσεις να αλλάξεις την αναβλητικότητα πρέπει να αρχίσεις να την παρατηρείς.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα έχεις κάτι σημαντικό να κάνεις και ξαφνικά θα πιάσεις το κινητό σου, θα αποφασίσεις ότι πρέπει οπωσδήποτε να φτιάξεις έναν καφέ ή θα βρεις μια εξαιρετική δικαιολογία για να το κάνεις αύριο, σταμάτα για λίγα δευτερόλεπτα. Και κάνε στον εαυτό σου μία ερώτηση: τι αισθάνομαι αυτή τη στιγμή που με κάνει να θέλω να φύγω από αυτό που έχω μπροστά μου;
Μπορεί η απάντηση να είναι δεν ξέρω. Αν επιμείνεις και ψάξεις βαθιά μέσα σου, θα βρεις την απάντηση. Από τη στιγμή που αρχίζεις να αναγνωρίζεις το συναίσθημα που προηγείται της αναβολής, αρχίζεις να καταλαβαίνεις και το προσωπικό σου μοτίβο.
Αυτό είναι το πρώτο ουσιαστικό βήμα. Να μη ρωτήσεις μόνο γιατί αναβάλλω, αλλά τι προσπαθώ να μη νιώσω όταν αναβάλλω.
Ένα από τα βασικά μηνύματα του βιβλίου μου “Εσύ πόσο αναβλητικός είσαι;” είναι η κατανόηση του εαυτού μέσω της συμπεριφοράς και ότι για να αλλάξεις την αναβλητικότητα, πρέπει πρώτα να καταλάβεις γιατί την έκανες κτήμα σου και την ενσωμάτωσες στη ζωή σου.
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΑΝΤΡΑ ΤΣΙΛΙΓΓΕΡΙΔΟΥ
Η Σάντρα Τσιλιγγερίδου είναι ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεύτρια ζεύγους, οικογένειας και ομάδας. Εκπαιδεύτηκε στην Ελληνική Εταιρεία Αναλυτικής Ομαδικής & Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας και στη Θετική Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Έχει ενεργή παρουσία με ομιλίες σε σχολεία και σεμινάρια και είναι επιστημονική συνεργάτιδα και παρουσιάστρια της τηλεοπτικής εκπομπής «Έφηβοι Χωρίς Φίλτρα» στην ΕΡΤ 3.
Το συγγραφικό της έργο γεννιέται από την κλινική εμπειρία και απευθύνεται σε ανθρώπους που θέλουν να καταλάβουν γιατί δυσκολεύονται να κάνουν το επόμενο βήμα.
sandratsiligeridou@gmail.com

